᾿Αρχιμ. Νικολάου Χ. ᾿Ιωαννίδη, Δρος Θ. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν Εἰσαγωγικά:
᾿Επιτρέψτε μου, Σεβασμιώτατοι ἅγιοι ἀρχιερεῖς, σεβαστοί πατέρες καί ἀδελφοί, νά ἀρχίσω μέ τούς λόγους τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, οἱ ὁποῖοι, κατά τήν ταπεινή μου ἄποψη, μᾶς εἰσάγουν μέ τόν καλύτερο τρόπο τόσο στό θέμα τοῦ συνεδρίου μας γενικῶς ὅσο καί στήν παρούσα εἰσήγηση μου εἰδικότερα: «Πολλοί γάρ τάς μέν ἑορτάς ἄγουσι, καί τά ὀνόματα αὐτῶν ἴσασι, τάς δέ ὑποθέσεις, ὅθεν ἐτέχθησαν, ἀγνοοῦσιν. ῞Οτι μέν οὖν ἐπιφάνεια ἡ παροῦσα λέγεται ἑορτή, δῆλόν ἐστι πᾶσι· τίς δέ ἐστιν ἡ ἐπιφάνεια αὕτη... τοῦτο οὐκ ἔτι ἴσασιν· ὅπερ ἐσχάτης αἰσχύνης ἄν εἴη καί πολλοῦ τοῦ καταγέλωτος, καθ᾿ ἕκαστον ἐνιαυτόν τήν ἑορτήν ταύτην ἄγοντας, τήν ὑπόθεσιν αὐτῆς ἀγνοεῖν»(1). Τή διαπίστωση αὐτή τοῦ ἱεροῦ πατρός ὀφείλουμε νά ἐκλάβουμε καί ὡς προτροπή γιά μιά καλύτερη ἐμβάθυνση στή γνώση τῆς ἱστορίας καί τῶν συνθηκῶν ἐξέλιξης καθώς καί τοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου τῆς ἑορτῆς Χριστουγέννων Θεοφανείων, πού ἔχουμε τήν τιμή νά διαπραγματευθοῦμε στό παρόν συνέδριο, κατόπιν ἐντολῆς τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος.
῾Η παρούσα εἰσήγηση ἀκολουθώντας τή χρυσοστομική προτροπή ὀφείλει νά ἀπαντήσει στά ἑξῆς γενικά ἐρωτήματα: Πῶς παρουσιάζονται οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί Θεοφανείων στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία καί ποιά ἡ ἱστορική ἐξέλιξή τους; Μέσα σέ ποιό ἰδεολογικό πλαίσιο ἑορτάζονταν καί ποιό εἶναι τό θεολογικό περιεχόμενό τους; Οἱ ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα αὐτά δέν μποροῦν νά ἀγνοήσουν τήν ἀρχή ὅτι κάθε ἱστορική ἐξέλιξη εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ συγκεκριμένους χώρους, καί ὅτι κάθε προσδιορισμός τοῦ περιεχομένου τῶν ἑορτῶν εἶναι ἐπίσης συνδεδεμένος μέ συγκεκριμένα πρόσωπα. ῎Ετσι ἡ ὅλη διαπραγμάτευση θά ἐπικεντρωθεῖ κυρίως, ἀλλ᾿ ὄχι ἀποκλειστικά, στό χῶρο τῆς Καππαδοκίας καί ἰδιαίτερα στά πρόσωπα τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων. ῾Η ἐπιλογή αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας δέν εἶναι ἀσφαλῶς τυχαία· ἡ Καππαδοκία τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας διαδραμμάτισε, ὡς γνωστόν, κατά τόν Δ΄ αἰώνα, τόν χρυσοῦν αἰῶνα τῆς ᾿Εκκλησίας, σπουδαῖο ρόλο στά ἐκκλησιαστικά δρώμενα καί στή διαμόρφωση τῆς θεολογίας λόγω τῶν μεγάλων ἱεραρχῶν της, τοῦ Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ τοῦ Θεολόγου, τοῦ Γρηγορίου Νύσσης καί τοῦ ᾿Αμφιλοχίου ᾿Ικονίου. Οἱ Καππαδόκες αὐτοί ἱεράρχες, μεγάλοι θεολόγοι τῆς ᾿Εκκλησίας καί διαμορφωτές τῆς δογματικῆς ὁρολογίας, ὑπῆρξαν καί ἄριστοι γνῶστες τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας καί τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκευτικῆς ἰδεολογίας τῆς ἐποχῆς τους, γι᾿ αὐτό ἀποτελοῦν τίς ἀσφαλέστερες πηγές γιά νά γνωρίσουμε τόσο τήν παρουσία τῶν ἐν λόγῳ ἑορτῶν στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία καί τό ἰδεολογικό πλαίσιο τῆς ἐποχῆς κατά τήν ὁποία γεννήθηκαν, διαμορφώθηκαν καί ἐξελίχθηκαν, ὅσο καί τό θεολογικό περιεχόμενό τους. Τά ἔργα τους λοιπόν ἀποτελοῦν τή βάση πάνω στήν ὁποία θά στηριχθεῖ ἡ ταπεινή προσφορά μου στό παρόν συνέδριο.
1. ῾Η ἱστορική ἐξέλιξή τους :
Σύμφωνα μέ τήν Καινή Διαθήκη, ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός ζήτησε ἀπό τούς μαθητές του νά τηροῦν τήν ἀνάμνηση τοῦ θανάτου του (βλ. Λουκ. 22, 1920), χωρίς ὅμως νά τούς δώσει κάποια ἐντολή ἤ ἀπαγόρευση γιά τόν ἑορτασμό τῆς Γεννήσεώς του, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό ὕψιστο γεγονός γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βεβαιώνουν ἡ Καινή Διαθήκη (βλ. ἐνδεικτικά Ματ. 1, 18 κ. ἑξ.· Λουκ. 2, 17· Φιλ. 2, 7) ἀλλά καί οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας. ῎Ετσι οἱ ᾿Απόστολοι καί τά μέλη τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας γιά ἕνα χρονικό διάστημα δέν ἑόρταζαν τή Γέννηση τοῦ Κυρίου(2). Πόσο μεγάλο ἦταν αὐτό τό χρονικό διάστημα, εἶναι δύσκολο νά προσδιορισθεῖ μέ ἀκρίβεια. Εἶναι σημαντικό ὅμως νά σημειωθεῖ ὅτι κατά τούς δύο πρώτους αἰώνες μετά τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ κανείς δέν γνώριζε, καί λίγοι ἐνδιαφέρονταν, γιά τόν ἀκριβῆ προσδιορισμό τῆς ἄγνωστης ἡμερομηνίας τῆς Γεννήσεως του(3). ᾿Εκτός αὐτοῦ λόγω τῶν διωγμῶν καί τῶν μαρτυρικῶν θανάτων τῶν χριστιανῶν, κατά τή συγκεκριμένη περίοδο θεωρεῖτο σημαντική ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου καί ἑορτάζονταν, ὅπως καί μέχρι σήμερα, οἱ ἡμέρες τῆς θανάτωσης τῶν μαρτύρων σ’ αὐτόν τόν κόσμο ὡς ἡμέρες γεννήσεως στήν ἔνδοξη καί οὐράνια ζωή, ἐνῶ ἡ ἡμέρα τῆς ἐπί γῆς γεννήσεως θεωρεῖτο ἀσήμαντη(4). ᾿Εξ ἄλλου οἱ πρῶτοι χριστιανοί θέλοντας νά τονίσουν τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ σκόπιμα ὑποβίβαζαν τή σημασία τῆς σαρκικῆς του Γεννήσεως(5). ᾿Επίσης ἀπέφευγαν νά ἑορτάζουν γενικῶς τίς ἡμέρες τῶν γενεθλίων πιθανότατα λόγω τῆς σχέσης τους μέ τήν ἀστρολογία καί τή μαντεία(6), τῶν παγανιστικῶν συνηθειῶν τῆς ἐποχῆς(7) καί ἴσως γιά λόγους ἀποστασιοποίησης ἀπό τίς γενέθλιες ἑορτές τῶν ρωμαίων αὐτοκρατόρων(8). Οἱ ἀντιρρήσεις αὐτές φαίνεται ὅτι δέν εἶχαν τόν τρίτο αἰώνα τήν ἴδια βαρύτητα μέ ἐκείνη πού εἶχαν τούς προηγούμενους αἰῶνες· προφανῶς γιατί τότε ἡ πλειονότητα τῶν χριστιανῶν ἦσαν ἐξ ἐθνικῶν πού θεωροῦσαν τούς ἑαυτούς τους νομοταγεῖς Ρωμαίους, γιά τούς ὁποίους οἱ ἑορτασμοί τῶν γενεθλίων ἀποτελοῦσαν μέρος τοῦ πολιτισμοῦ τους(9). ῾Ωστόσο ἐδῶ πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι, μέ βάση τά βιβλικά κείμενα(10), σέ καμιά περίπτωση ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου δέν γινόταν ἀντιληπτή μέ τόν ἴδιο τρόπο πού γινόταν ἡ γέννηση ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου(11). ᾿Εξ ἄλλου ἐφ᾿ ὅσον κατά τόν τρίτο αἰώνα στή ρωμαϊκή κοινωνία οἱ δομές εἶχαν μεταβληθεῖ δραματικά, ἦταν δύσκολο οἱ ἀντιρρήσεις πού ἐπικρατοῦσαν ἐπί κυριαρχίας τῆς εἰδωλολατρείας νά ἐξακολουθοῦν νά ἐμποδίζουν(12) τόν ἑορτασμό μιᾶς τόσο σημαντικῆς στιγμῆς στήν ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ, ὅπως ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ(13), πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν ὁ ἑορτασμός αὐτός δέν ἦταν ἀντίθετος μέ τήν Καινή Διαθήκη(14).
Οἱ πρῶτες ἀναφορές περί ἑορτασμοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖαι, ἀπό μερικούς ἐρευνητές, ὅτι ὑπάρχουν σέ κείμενα τοῦ πάπα Τελεσφόρου (125136)(15), ἐνῶ ἄλλοι ἀρνοῦνται τήν ἐκδοχή αὐτή θεωρώντας ὅτι δέν πρόκειται γιά αὐθεντικά στοιχεῖα, ἀλλά γιά μεταγενέστερες παρεμβολές(16). ῎Αλλοι πιθανολογοῦν τήν ἔναρξη τοῦ ἑορτασμοῦ στό δεύτερο αἰώνα(17) καί ἄλλοι στόν τρίτο(18).
Πάντως κατά τήν ἔναρξη τοῦ ἑορτασμοῦ ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ σέ πολλές ᾿Εκκλησίες ἦταν στενά συνδεδεμένη μέ τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων καί ἑορτάζονταν στήν ᾿Ανατολή ἀπό κοινοῦ, τήν 6η ᾿Ιανουαρίου, μέ τό ὄνομα Θεοφάνεια ἤ ᾿Επιφάνεια(19). Τά ὀνόματα αὐτά, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τήν ἱστορία τῶν ἑορτῶν(20), δείχνουν ὅτι ἀρχικά ἡ ἑορτή ἦταν ἀφιερωμένη στήν ἀνάμνηση τῆς ἐπί γῆς φανερώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ γενικῶς, καί εἰδικότερα σέ ὁρισμένα γεγονότα τῆς ζωῆς του στά ὁποῖα κατ’ ἐξοχήν φανερωνόταν ἡ θεότητά του: ἡ Γέννηση, ἡ προσκύνηση τῶν μάγων, ἡ Βάπτιση στόν ᾿Ιορδάνη μέ τήν φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδος, τό ἐν Κανᾷ θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος σέ οἶνο, ὁ χορτασμός τῶν πεντακισχιλίων ἀνθρώπων μέ πέντε ἄρτους κ. ἄ., ὅπου φανερώνεται ἡ θεία δύναμη τοῦ Κυρίου(21). ῾Η ἑορτή λοιπόν τῶν Θεοφανείων ὑπῆρξε στήν ἀρχή συγκεντρωτική ἑορτή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζονταν πολλά γεγονότα καί γι᾿ αὐτό ἡ ὀνομασία της Θεοφάνεια ᾿Επιφάνεια εἶναι στόν πληθυντικό ἀριθμό(22).
῾Η ἑορτή τῶν Θεοφανείων ἄρχισε νά ἑορτάζεται κατά τήν τρίτη ἑκατονταετία στήν ᾿Ανατολή καί ἰδιαίτερα στήν Αἴγυπτο. Τήν πρώτη μαρτυρία γιά τήν ἑορτή βρίσκουμε στό ἔργο Στρωματεῖς τοῦ Κλήμεντα ᾿Αλεξανδρέα († περί 250), ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι οἱ ὀπαδοί τοῦ γνωστικοῦ Βασιλείδη ἑόρταζαν στήν ᾿Αλεξάνδρεια τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου(23). Φαίνεται ὅτι οἱ γνωστικοί ἄρχισαν νά ἑορτάζουν τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἀποδίδοντας σ᾿ αὐτή τή μεγαλύτερη σημασία ἀπ’ ὅλα τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, διότι σύμφωνα μέ τήν αἱρετική διδασκαλία τους ὁ Χριστός μέχρι τή Βάπτισή του ἦταν συνήθης ἄνθρωπος, ὑποκείμενος στήν ἁμαρτία, καί ἔγινε Υἱός τοῦ Θεοῦ κατά τήν ὥρα τῆς Βαπτίσεως καί τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατ᾿ αὐτήν. Μποροῦμε ἀσφαλῶς νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιδρώντας πρός τούς γνωστικούς ἄρχισαν νά ἑορτάζουν στήν ᾿Ανατολή τήν ἑορτή τῆς Βαπτίσεως ἀποδίδοντάς σ᾿ αὐτήν τήν ὀρθή σημασία· δηλαδή ὅτι ὁ Χριστός καί πρίν τή Βάπτιση ἦταν Θεός, μόνο πού κατά τή Βάπτιση φανερώθηκε ἡ θεότητά του καί ἀκριβῶς γι’ αὐτό ἡ ἑορτή ἔλαβε τό ὄνομα ᾿Επιφάνεια ἤ Θεοφάνεια. ᾿Ενδιαφέρον εἶναι ὅτι ὁ ᾿Ωριγένης στά μέσα τοῦ τρίτου αἰώνα, ἀπαριθμώντας τίς χριστιανικές ἑορτές στό ἔργο του Κατά Κέλσου, δέν ἀναφέρει τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων(24). Στό κείμενο Testamentum Domini nostri Jesu Christi (Διαθήκη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ) (I, 2628) ἀναφέρεται παράλληλα μέ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα καί ἡ ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. ᾿Επίσης ὁμιλία πού ἀποδόθηκε στόν Γρηγόριο Νεοκαισαρείας τόν θαυματουργό (†270), εἶναι ἀφιερωμένη στήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων(25) καί λίγες δεκαετίες ἀργότερα ὁ ἅγιος Φίλιππος ἐπίσκοπος ῾Ηρακλείας (†304) μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ ἑορτή ἑορταζόταν στή Θράκη(26). Σέ νεότερη ἐποχή στήν πάλαι ποτέ ᾿Αρσινόη (σήμερα Faijûm) τῆς Αἰγύπτου βρέθηκε πάπυρος τῶν ἀρχῶν τοῦ Δ΄ αἰ., στόν ὁποῖο μεταξύ ἄλλων ἀναφέρονται ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ στή Βηθλεέμ, ὁ ἀστήρ, καί οἱ ποιμένες· περιέχει δέ καί ἀντίφωνο πού ψαλλόταν κατά τήν ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων (6 ᾿Ιαν.) καί ὅπως φαίνεται, ἀποτελοῦσε εἰσαγωγή στήν ἑορτή(27). ῾Ο ἅγιος ᾿Εφραίμ ὁ Σῦρος (†373) ἀναφέρεται ἀπό κοινοῦ στή Γέννηση, τή Βάπτιση καί τό ἐν Κανᾷ θαῦμα(28). Τό γνωστό ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας (Peregrinatio Aetheriae ad loca sancta) τοῦ τέλους τοῦ Δ΄ αἰ. μᾶς πληροφορεῖ γιά τήν ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων (6 ᾿Ιαν.) στά ῾Ιεροσόλυμα, ὁπότε ἑορταζόταν καί ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου.(29) ᾿Από τίς παραπάνω μαρτυρίες βλέπουμε ὅτι ὁ ἑορτασμός τῶν ᾿Επιφανείων Θεοφανείων ἀρχίζει κατά τόν Γ΄ αἰ. στήν ᾿Ανατολή καί συνεχίζει νά ἑορτάζεται ὡς κοινή ἑορτή μέχρι τά τέλη περίπου τοῦ Δ΄ αἰώνα.
Κατά τόν Δ΄ αἰ. ἡ Δύση δέχθηκε τήν ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων (6 ᾿Ιαν.) ἀπό τήν ᾿Ανατολή καί, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, ἡ ἀνατολή λίγο ἀργότερα παρέλαβε ἀπό τή Δύση τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ (25 Δεκ.). ῾Ο ρωμαῖος ἱστοριογράφος Ammianus Marcellinus (᾿Αμιανός Μαρκελλίνος) μᾶς πληροφορεῖ ὅτι τό 361 ἡ ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων ἑορταζόταν ἤδη στή Γαλατία καί ὅτι παρευρέθηκε καί ὁ ᾿Ιουλιανός ὁ ἀποστάτης, προφανῶς γιά νά καλύψει τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τή χριστιανική πίστη(30). Στήν ῾Ισπανία ἡ σύνοδος τῆς Σαραγόσας (380) μέ τόν τρίτο κανόνα της ἐπιτάσσει νά ἑορτάζονται τά ᾿Επιφάνεια ὡς μία ἀπό τίς πιό ἐπίσημες ἑορτές τοῦ ἔτους(31). ῎Ετσι περί τά τέλη τοῦ Δ΄ καί ἀρχές τοῦ Ε΄ αἰ. ἡ ἑορτή εἶχε ἐπικρατήσει στή Δύση καί ἑορταζόταν παντοῦ πλήν τῶν δονατιστῶν, οἱ ὁποῖοι τήν ἀρνοῦνταν ὡς νεωτερισμό.
Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Βαπτίσεως καί τῆς Γεννήσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μέχρι τά μέσα περίπου τοῦ Δ΄ αἰ. ἑορτάζονταν ὡς κοινή ἑορτή στίς 6 ᾿Ιανουαρίου. Τό στενό σύνδεσμο τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν διαπιστώνουμε καί σήμερα ἀπό τίς ἀκολουθίες τους. Στήν ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων συναντοῦμε στοιχεῖα πού ἁρμόζουν στά Θεοφάνεια καί στήν ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων στοιχεῖα πού ἁρμόζουν στά Χριστούγεννα.
᾿Από τά μέσα τοῦ Δ΄ αἰώνα ἔχουμε μαρτυρίες ὅτι ὁ κοινός ἑορτασμός τῶν δύο μεγάλων γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, τῆς Γεννήσεως καί τῆς Βαπτίσεως, ἄρχισε νά ἑορτάζεται σέ μερικές ἐπαρχίες ξεχωριστά. Σέ χρονικό τοῦ ἔτους 354, γνωστό ὡς χρονικό τοῦ Furius Dionysius Filocalus, καί συγκεκριμένα στό τμῆμα Depositio martyrum τήν VII kalende (τήν 7η πρό τῶν Καλανδῶν δηλαδή τήν 25η Δεκεμβρίου) ἀναφέρει ὡς «ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στή Βηθλεέμ» (VII Kal. Ian. Natus Christus in Bethleem Judae). Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου πού ἑορτάσθηκε ἀπό τόν πάπα Λιβέριο στή Ρώμη στίς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 354, ἐνῶ σέ ἄλλες τοπικές ᾿Εκκλησίες ἑορταζόταν ἀκόμη στίς 6 ᾿Ιανουαρίου(32).
῾Ο διαχωρισμός τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἀπό τῆς Βαπτίσεως τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου ἀποδίδεται συνήθως σέ δύο λόγους: ῾Ο πρῶτος θεωρεῖ ὅτι μετά τόν τερματισμό τῶν διωγμῶν καί τῶν μαρτυρικῶν θανάτων τῶν χριστιανῶν ἄρχισαν νά ὑποχωροῦν οἱ ἐνθουσιαστικές ἐσχατολογικές τάσεις καί νά ἐκτιμᾶται ὅλο καί περισσότερο ἡ ἀνθρώπινη ζωή καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ἡμέρα τῆς γεννήσεως ἄρχισε νά γίνεται πιό σεβαστή, μέ συνέπεια νά καθιερωθεῖ καί ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων. ῾Ο δεύτερος λόγος ἀναφέρεται στήν ἀνάγκη τῆς χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας νά καθιερώσει κάποια ἑορτή παράλληλη πρός τίς εἰδωλολατρικές ἑορτές πού ἑορτάζονταν στίς 25 Δεκεμβρίου καί τίς προηγούμενες ἀπ’ αὐτήν ἡμέρες. Στή Ρώμη ἀπό τή 17η ἕως τήν 23η Δεκεμβρίου ἄρχιζαν οἱ ἑορτές Saturnalia, ἀφιερωμένες στό θεό Saturna (Κρόνο), πού περιλάμβαναν θεατρικές παραστάσεις καί κορυφώνονταν τήν 24η καί 25η Δεκεμβρίου, ἡμέρα ἀφιερωμένη στό θεό Μίθρα, δηλαδή τόν «ἀήττητο ἥλιο» (Sol invinctus), καθώς ἐπίσης καί οἱ ἑορτές Brumalia, ἑορτασμός τῆς μικρότερης ἡμέρας τοῦ ἔτους (bruma) (33). ῾Ο θεός ῞Ηλιος ἑορταζόταν στή Ρώμη ὡς κρατικός καί αὐτοκρατορικός θεός καί ἰδιαίτερα κατά τή βασιλεία τοῦ αὐτοκράτορα ᾿Ιουλιανοῦ (361363), μέ τήν ἐπέκταση δέ τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας στή ᾿Ανατολή καθιερώθηκε ἡ συγκεκριμένη ἑορτή σέ χῶρες ὅπου ἀργότερα ἀναπτύχθηκε ἡ χριστιανική ᾿Εκκλησία, ὅπως ἡ Αἴγυπτος καί ἡ Συρία. ῾Η ἑορτή τοῦ ῾Ηλίου σημειώνεται καί στό χρονικό Filocalus πού προαναφέραμε, ὡς γεννέθλιος ἡμέρα τοῦ «ἀήττητου θεοῦ ἡλίου» (Natalis solis invincti), πού ἑορταζόταν τήν 25η Δεκεμβρίου. ῾Η συγκεκριμένη ἡμερομηνία τῆς ἑορτῆς τοῦ ῾Ηλίου ἦταν ἀσφαλῶς συνδεδεμένη μέ τή θεωρία τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης ὅτι στό χειμερινό ἡλιοστάσιο (22 Δεκεμβρίου) σημειώνεται ἡ ἐτήσια μικρότερη διάρρκεια τῆς ἡμέρας καί ἀντιστοίχως ἡ μεγαλύτερη διάρκεια τῆς νύχτας. Μετά τήν παρέλευση δύο ἡμερῶν, μέ τήν ἴδια πρακτικῶς ἀναλογία ἡμέραςνύχτας, ἡ ἡμέρα ἀρχίζει νά μεγαλώνει ἀπό τίς 25 Δεκεμβρίου μέχρι καί τήν ἀντιδιαμετρική περίπτωση, τό θερινό ἡλιοστάσιο (21 ᾿Ιουνίου). Θεωρήθηκε δηλαδή ὅτι κατά τό χειμερινό ἡλιοστάσιο ὁ ῞Ηλιος ἀρχίζοντας τή νικηφόρο πορεία του ξαναγεννιέται καί γι’ αὐτό καθιερώθηκε ὡς γενέθλιος ἡμέρα του(34).
Τό φυσικό αὐτό φαινόμενο θεωρήθηκε ἀπό τούς χριστιανούς ὡς κατάλληλο σύμβολο τῆς ἐμφάνισης τοῦ ῾Ηλίου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ, πού διέλυσε τή μακρά νύχτα τῆς ἁμαρτίας(35). ῎Ετσι ὁ Μ. Κωνσταντῖνος (274323), σέ ἀντίθεση μέ τούς προκατόχους του, ὅταν καθιέρωσε τό χριστιανισμό, ἄρχισε νά ἀποδίδει τιμή ὄχι πλέον στόν εἰδωλολατρικό θεό ῞Ηλιο, ἀλλά στόν δημιουργό τοῦ σύμπαντος Θεό Λόγο, τόν Χριστό, τόν «ἥλιο τῆς δικαιοσύνης», κατά τούς λόγους τοῦ προφήτη Μαλαχία: «καί ἀνατελεῖ ὑμῖν τοῖς φοβουμένοις τό ὄνομά μου ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» (4,2)(36). Οἱ χριστιανοί λοιπόν ἄρχισαν νά ἑορτάζουν κατά τήν ἡμέρα πού ἦταν ἀφιερωμένη ἀπό τούς εἰδωλολάτρες στόν ἀήττητο θεό ῞Ηλιο (Natalis Solis invincti), τή Γέννηση τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν ὄχι μόνο «ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» ἀλλά καί «φῶς», τόσο ἀπό τούς προφῆτες («ὁ λαός ὁ πορευόμενος ἐν σκότι, ἴδετε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χῶρᾳ καί σκιᾷ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ᾿ ὑμᾶς» (῾Ησ. 9,2. Πρβλ. αὐτόθι 42,6· 49,6· 27,5· 46,13)), ὅσο καί ἀπό τούς εὐαγγελιστές: «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν» (Λουκ. 2,32)· φῶς «ἐξ ὕψους, ἐπιφᾶναι τοῖς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τούς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδόν εἰρήνης» (Λουκ. 1,7879)· «τό φῶς τοῦ κόσμου» (᾿Ιω. 8,12). ῾Ο παραλληλισμός τοῦ Χριστοῦ ὡς ἡλίου καί φωτός τοῦ κόσμου πού ἐπικρατεῖ ἐπί τοῦ σκότους σέ ἀντιπαράθεση μέ τόν εἰδωλολατρικό ῞Ηλιο, βλέπουμε νά ἀναπτύσεται ἀπό πολύ νωρίς στή χριστιανική γραμματεία καί νά κυριαρχεῖ στήν ὑμνολογία εὐθύς ἀμέσως μετά τήν ἐπικράτηση τῆς ἑορτῆς. ῎Ετσι ὁ Κλήμης ᾿Αλεξανδρέας († περί 250) ὀνομάζει τόν Χριστό «τῆς ἀναστάσεως ἥλιο»(37), ὁ Κυπριανός Καρθαγένης (+258) «sol verus»(38) (ἀληθινό ἥλιο), ὁ ᾿Αμβρόσιος Μεδιολάνων (373/4397) «νέον ἥλιο»(39), ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «τό ἀληθινόν φῶς τό φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον»(40) καί ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός «φῶς νοητόν καί ἥλιος δικαιοσύνης καί ἀνατολή ἐν ταῖς γραφαῖς ὠνόμασται ὁ Χριστός»(41). Στή δέ ἐκκλησιαστική ὑμνολογία καί ἰδιαίτερα στήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ψάλλουμε: «...ἐξανέτειλε γάρ φῶς τοῖς ἐσκοτισμένοις...»(42), «᾿Ανέτειλες Χριστέ ἐκ Παρθένου, νοητέ ῞Ηλιε τῆς δικαιοσύνης...»(43), «...σέ προσκυνεῖν τόν ῞Ηλιον τῆς δικαιοσύνης...»(44).
῾Η χριστιανική ἀντίληψη γιά τό πρόσωπο τοῦ ἐναθρωπήσαντος Χριστοῦ, ὅπως προκύπτει ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά κείμενα καί τήν ὑμνολογία, μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ἡ καθιέρωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου στίς 25 Δεκεμβρίου δέν ἔγεινε ἀποκλειστικά γιά λόγους ἀνταγωνιστικούς στήν εἰδωλολατρική ἑορτή τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀλλά ὅτι προῆλθε ἁπλῶς ἀπό τή σημασία πού ἤδη οἱ χριστιανοί ἀπέδιδαν στήν ἑορτή, ἡ δέ ἀντιπαράθεση πρός τήν εἰδωλολατρική ἑορτή ὑπῆρξε μόνον ἀφορμή. ῾Ο σκοπός τῆς ᾿Εκκλησίας δηλαδή δέν ἦταν νά ἀντιπαρατάξει μιά χριστιανική ἑορτή σέ μιά ἐπικρατούσα εἰδωλολατρική, ἀλλά νά ἀποσαφηνίσει τό μήνυμα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στούς πιστούς χριστιανούς καί νά δώσει συγχρόνως ἀπάντηση στίς πνευματικές ἀναζητήσεις τῶν ἐθνικῶν(45). ᾿Επί τοῦ προκειμένου εἶναι πολύ χαρακτηριαστικά τά ὅσα λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης συνδέοντας τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, «τοῦ ἀληθινοῦ φωτός», μέ τό χειμερινό ἡλιοστάσιο: «῞Οταν πλεονάζειν ἄρχηται τό ἡμερήσιον μέτρον κατά τήν χειμέριον ὥραν, τοῦ ἡλίου πρός τόν ἄνω δρόμον ἀναποδίζοντος, τήν τοῦ ἀληθινοῦ φωτός θεοφάνειαν, τοῦ διά σαρκός ἐπιλάμψαντος τῇ ἀνθρωπίνῃ ζωῇ ἑορτάζομεν»(46).
᾿Αλλά ἐνῶ στή Ρώμη τό 354 ἑορταζόταν ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων στίς 25 Δεκεμβρίου, στήν ᾿Ανατολή συνέχιζε νά ἑορτάζεται στίς 6 ᾿Ιανουαρίου μαζί μέ τά ᾿Επιφάνεια καί μόλις μερικές δεκαετίες ἀργότερα ἄρχισε νά ἑορτάζεται στίς 25 Δεκεμβρίου, στήν ἀρχή σέ κάποιες τοπικές ᾿Εκκλησίες τῆς ᾿Ανατολῆς. ῎Ετσι βλέπουμε ὅτι ἡ ᾿Ανατολή ἔλαβε ἀπό τή Δύση τόν ἑορτασμό τῆς συγκεκριμένης ἑορτῆς, ἐνῶ, ὅπως γνωρίζουμε, συνήθως ἡ Δύση λάμβανε ἀπό τήν Ανατολή τίς χριστιανικές ἑορτές καί τίς ἡμερομηνίες πανηγυρισμοῦ τους(47).
Στήν Καππαδοκία φαίνεται ὅτι ὁ ἑορτασμός τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου στίς 25 Δεκεμβρίου ἄρχισε λίγο πρίν τό 380. Συγκεκριμένα ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τό 382 στό Λόγο του ’Επιτάφιος εἰς τόν μέγαν Βασίλειον περιγράφει τή Λειτουργία «τῶν ᾿Επιφανείων» κατά τήν ὁποία ἱερουργοῦσε ὁ Μ. Βασίλειος καί παρευρέθηκε καί ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης (328378), ὁ ὁποῖος θαύμασε «τοῦ τε λαοῦ τό πέλαγος... καί πᾶσαν τήν εὐκοσμίαν, ὅση τε περί τό βῆμα, καί ὅση πλησίον, ἀγγελικήν μᾶλλον ἤ ἀνθρωπίνην»(48). Bεβαίως στήν ὁμιλία αὐτή ὁ Γρηγόριος ἀναφέρει ἁπλῶς «ἦν δέ ἡμέρα τῶν ᾿Επιφανείων»(49), πού θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ κοινή ἑορτή τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου· ἄν λάβουμε ὅμως ὑπόψη τήν ὁμιλία 38 τοῦ Γρηγορίου, τήν ὁποίαν ἐπιγράφει Εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος(50), βλέπουμε ὅτι στό ἐσωτερικό της ἐπιβεβαιώνει τόν τίτλο λέγοντας «τά δέ νῦν Θεοφάνεια, ἡ πανήγυρις, εἴτουν Γενέθλια»,(51) συνεπῶς εἶναι προφανές ὅτι λέγοντας «᾿Επιφάνεια» ἐννοεῖ τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων. ῾Ο ρῶσσος ἱστορικός Μ. Skaballanovič(52) θεωρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος εἰσήγαγε στήν Καισσάρεια τόν ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων στίς 25 Δεκεμβρίου, βασιζόμενος σέ ὁμιλία του πού ἐπιγράφεται Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν(53), ἡ ὁποία ὅμως θεωρεῖται ἀμφιβαλλόμενη(54). Πρέπει ὅμως νά παρατηρήσουμε ὅτι ἡ ὁμιλία αὐτή, πού ἀναφέρεται πράγματι στό γεγονός τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, θά μποροῦσε νά ἔχει ἐκφωνηθεῖ καί κατά τήν παραδοσιακή ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, τήν 6η ᾿Ιανουαρίου.
῾Ο Γρηγόριος Νύσσης στόν πρόλογο τοῦ ᾿Επιταφίου Λόγου εἰς τόν ἴδιον ἀδελφόν τόν Μέγαν Βασίλειον πού ἐκφώνησε τήν 1η ᾿Ιανουαρίου τοῦ 381(55), ἀναφέρει τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ὡς ἑορτή ξεχωριστή. Συγκεκριμένα ὁμιλεῖ γιά τόν κύκλο τῶν ἑορτῶν λέγοντας ὅτι «Καλόν ἐπέθηκεν ὁ Θεός τήν τάξιν ταῖς ἐτησίοις ταύταις ἡμῶν ἑορταῖς, ἅς διά τινος τεταγμένης ἀκολουθίας κατά τάς ἡμέρας ταύτας ἤδη τε ἠγάγομεν καί πάλιν ἄγομεν. ῾Η δέ τάξις ἡμῖν ἐστι τῶν πνευματικῶν πανηγύρεων...» καί τονίζει τήν ξεχωριστή θέση τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου: «῾Η γάρ ἐπί τῇ θεοφανείᾳ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ χάρις, ἡ διά τῆς ἐκ Παρθένου γεννήσεως ἀναδειχθεῖσα τῷ κόσμῳ, οὐχ ἁπλῶς ἐστιν ἁγία πανήγυρις, ἀλλά ἁγία ἁγίων, καί πανήγυρις πανηγύρεων. Οὐκοῦν τάς μετ᾿ αὐτήν ἀριθμήσωμεν...». ῎Ετσι ἀπαριθμεῖ τίς ἑορτές πού ἀκολουθοῦν τά Χριστούγεννα ἀρχίζοντας κατά τάξη ἀπό τούς ἀποστόλους, τούς προφῆτες κ.λπ., καί θέτοντας πρῶτον τόν πρωτομάρτυρα Στέφανο καί τελειώνοντας μέ τόν Βασίλειο: «εἶτα μετά τούτους φυλάξας τήν ἑαυτοῦ τάξιν, ἐξάρχει τῆς παρούσης ἡμῖν πανηγύρεως ὁ ποιμήν καί διδάσκαλος (=ὁ Βασίλειος)»(56). Μέ δεδομένα α) ὅτι ὁ Λόγος ἐκφωνήθηκε τήν 1η ᾿Ιανουαρίου, ἡ ὁποία καί καθιερώθηκε ὡς ἑορτή τοῦ Μ. Βασιλείου, ἄλλωστε τό λέγει ὁ ἅγιος Νύσσης «ἐξάρχει (ὁ Βασίλειος) τῆς παρούσης ἡμῖν πανηγύρεως», καί β) ὅτι ὁ ἅγιος Στέφανος ἑορταζόταν τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων (26 Δεκ.), πού τό ἀναφέρει ἐπίσης καί σέ ἄλλη ὁμιλία του λέγοντας «χθές ἡμᾶς ὁ τοῦ παντός Δεσπότης εἱστίασε, σήμερον, ὁ μιμητής τοῦ Δεσπότου (=ὁ Στέφανος)»(57), εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων ἤδη τό 380 ἐτελεῖτο στήν Καππαδοκία τήν 25η Δεκεμβρίου. ᾿Αλλά καί σέ μιά ἄλλη ὁμιλία του πρός τιμήν τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου ὁ Γρηγόριος Νύσσης τοποθετεῖ μετά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων τίς ἑορτές τῶν ἁγίων μιμητῶν τοῦ Χριστοῦ: «᾿Επεδήμησε Χριστός τῷ κόσμῳ εἰς σωτηρίαν, καί μετ’ αὐτόν ἐβλάστησαν οἱ καρποί τῆς ᾿Εκκλησίας. ῎Ελαμψεν ὁ μάρτυς τῆς ἀληθείας, καί συνέλαμψαν οἱ μάρτυρες τῆς μεγάλης οἰκονομίας. ᾿Ηκολούθησαν οἱ μαθηταί τῷ Διδασκάλῳ, τοῖς Κυριακοῖς ἴχνεσιν ὁδεύοντες· μετά Χριστόν οἱ Χριστοφόροι· μετά τόν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης οἱ φωστῆρες τῆς οἰκουμένης»(58). ῾Η διαδοχή τῶν λειτουργικῶν ἑορτῶν πού ἀναφέρει τό κείμενο αὐτό («πρῶτος μέν ἡμῖν ὁ Στέφανος... καί κορυφαῖοι ὁ Πέτρος, καί ὁ ᾿Ιάκωβος, καί ὁ ᾿Ιωάννης, οἱ σήμερον ταῖς ὑπέρ Χριστοῦ μαρτυρίαις σεμνυνόμενοι...»(59)), πού καί μέχρι σήμερα ἰσχύει, μᾶς παραπέμπει ἀσφαλῶς στό ξεχωριστό ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων πού ἐτελεῖτο τότε στήν Καππαδοκία.
᾿Επίσης σέ ἄλλη ὁμιλία τοῦ Νύσσης, πού πιθανῶς ἐκφωνήθηκε τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων (6 ᾿Ιαν. τοῦ 383) καί ἐπιγράφεται Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων(60), ὁ ἱερός πατήρ ἀναφέρεται σαφέστατα στήν προηγηθείσα ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, πού ἀσφαλῶς εἶχε ἑορτασθεῖ στίς 25 Δεκεμβρίου: «᾿Εγεννήθη τοίνυν Χριστός, ὡς πρό ὀλίγων ἡμερῶν, ὁ πρό πάσης οὐσίας αἰσθητῆς τε καί νοητῆς γεννηθείς. Βαπτίζεται σήμερον παρά ᾿Ιωάννου, ἵνα τόν ἐῤῥυπομένον ἀποκαθάρῃ»(61). ῾Ο ξεχωριστός ἑορτασμός τῶν ἑορτῶν Γεννήσεως καί Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου ὑποδηλώνεται μέ τόν πιό σαφῆ τρόπο καί ἀπό τόν ἐκ Καππαδοκίας ᾿Αστέριο ᾿Αμασείας: «Γενέθλιον ἑορτάζομεν... Φῶτα πανήγυριν ἄγομεν... χαίροντες ἐκπομπεύομεν τῇ ἡμέρᾳ τῆς ᾿Αναστάσεως»(62).
῾Ο ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων ὡς ξεχωριστή ἑορτή ἀπό τά Θεοφάνεια καί ὁ πανηγυρισμός της στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσάγεται στήν ᾿Εκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο. Μετά τόν θάνατο τοῦ Οὐάλεντος καί τήν ἄνοδο στόν αὐτοκρατορικό θρόνο τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου ἐκλέχθηκε τό 379 ὁ Γρηγόριος στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιά νά ἀποκαταστήσει τήν ὀρθοδοξία πού εἶχε πληγεῖ ἀπό τόν ἀρειανισμό. ῾Ο Γρηγόριος ἀπό τό ναό τῆς ῾Αγίας ᾿Αναστασίας, τόν μόνο πού βρισκόταν στά χέρια τῶν ὀρθοδόξων, ἄρχισε τήν κηρυγματική καί ἐν γένει ποιμαντική του δραστηριότητα. ᾿Εκεῖ ἑόρτασε γιά πρώτη φορά στίς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 379 τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί ἐξεφώνησε τρεῖς ὁμιλίες· τήν ῾Ομιλία εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος(63), τήν ῾Ομιλία εἰς τά ἅγια Φῶτα(64) καί τήν ῾Ομιλία εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα(65). ῾Η πρώτη ἀφορᾶ τήν πανήγυρη τῆς Γεννήσεως στίς 25 Δεκεμβρίου, γιατί ἀφοῦ ἀναγγέλλει τή Γέννηση τοῦ Κυρίου μέ τό χαρμόσυνο ὕμνο «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστός ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε»(66), προανάγγέλει στή συνέχεια τήν προσεχῆ ἑορτή τῆς Βαπτίσεως: «Μικρόν μέν οὖν ὕστερον ὄψει καί καθαιρόμενον ᾿Ιησοῦν ἐν τῷ ᾿Ιορδάνι τήν ἐμήν κάθαρσιν... Νυνί δέ... καί τήν γέννησιν σεβάσθητι...»(67). ῾Η δεύτερη, ἡ ῾Ομιλία εἰς τά ἅγια Φῶτα, πού ἐκφωνήθηκε στίς 6 ᾿Ιανουαρίου τοῦ 381, ὑπενθυμίζει τήν προηγούμενη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων: «Τῇ μέν οὖν γεννήσει τά εἰκότα προεορτάσαμεν»(68) καί ἀναφέρεται στό μυστήριο τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ, πού παρέμεινε νά πανηγυρίζεται στίς 6 ᾿Ιανουαρίου: «Νυνί δέ πρᾶξις ἄλλη καί ἄλλο μυστήριον... Χριστός φωτίζεται... Χριστός βαπτίζεται»(69). Καί τέλος ἡ Τρίτη, ἡ ῾Ομιλία εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα, πού ἐκφωνήθηκε τήν ἑπόμενη ἡμέρα, ὑπενθυμίζει μέ τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο τήν προηγούμενη ἑορτή τῶν Φώτων «χθές τῇ λαμπρᾷ τῶν Φώτων ἡμέρᾳ πανηγυρίσαντες...»(70) καί συνεχίζει νά κάνει λόγο γιά τό βάπτισμα: «σήμερον περί τοῦ βαπτίσματος βραχέα διαλεξόμεθα... εἰ καί χθές ἡμᾶς ὁ λόγος παρέδραμε, τῆς ὥρας κατεπειγούσης καί ἅμα τοῦ λόγου τόν κόρον φεύγοντος»(71). ᾿Αξιοσημείωτο εἶναι ὅτι στίς ὁμιλίες αὐτές ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του ὡς εἰσηγητή τοῦ ξεχωριστοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων στήν Κωνσταντινούπολη: «ἐγώ τε ὁ τῆς ἑορτῆς ἔξαρχος»(72).
Μετά τήν ἀποχώρηση τοῦ Γρηγορίου ἀπό τό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 381 φαίνεται ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἔπαυσε νά πανηγυρίζεται στίς 25 Δεκεμβρίου, ἄν λάβουμε σοβαρά ὑπ᾿ ὄψη μιά μεταγενέστερη εἴδηση, τοῦ ἐπισκόπου Νικαίας ᾿Ιωάννη (ΙΒ΄ αἰ.), σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἑορτή εἰσήχθη στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν βασιλέα ῾Ονώριο (395428), ὅταν ἐπισκέφθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τόν ἀδελφό του ᾿Αρκάδιο (395408) καί τόν ἔπεισε νά ἑορτάζονται τά Χριστούγεννα κατά τό παράδειγμα τῆς Ρώμης. Τό γεγονός αὐτό θά πρέπει νά συνέβη τό 395(73).
Στήν ᾿Αντιόχεια ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσάγεται ἀπό τόν ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο. Οἱ πληροφορίες πού λαμβάνουμε ἀπό τίς ὁμιλίες του σχετικά μέ τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, εἶναι περισσότερο ἀκριβεῖς ἀπ᾿ ὅ,τι τῶν ἄλλων πατέρων. Συγκεκριμένα σέ ὁμιλία του Εἰς τήν γενέθλιον ἡμέραν τοῦ Σωτῆρος, πού ἐκφωνήθηκε στίς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 386(74), θεωρεῖ ὅτι ἡ 25η Δεκεμβρίου εἶναι ὄντως ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ Κυρίου καί ἀναφέρει ὅτι ἡ ἑορτή ἔγινε γνωστή στήν ᾿Αντιόχεια κατά τήν τελευταία δεκαετία (376386), πληροφορία πολύ ἐνδιαφέρουσα γιά τήν ἱστορία τῆς ἑορτῆς στήν ᾿Ανατολή: «Καίτοι γε οὔπω δέκατόν ἐστιν ἔτος, ἐξ οὗ δήλη καί γνώριμος ἡμῖν αὕτη ἡ ἡμέρα γεγένηται»(75).
Στήν Αἴγυπτο στίς ἀρχές τοῦ Ε΄ αἰώνα, ὁ ᾿Ιωάννης Κασσιανός σέ ἔργο του σχετικό μέ τό μοναχισμό τῆς Αἰγύπτου ἀναφέρει ὅτι ἡ ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων θεωρεῖτο καί ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου· ὀνομάζει δέ τή συνήθεια αὐτή «antiqua traditio» (παλαιά παράδοση)(76). ῾Η παράδοση αὐτή ὅμως λίγο ἀργότερα ἄλλαξε. Αὐτό μαρτυρεῖται ἀπό τήν ἐπίσκεψη τοῦ ἐπισκόπου ᾿Εμέσης Παύλου στόν Κύριλλο ᾿Αλεξανδρείας (412444) καί τήν ἐκφώνηση στόν Καθεδρικό ναό τῆς ᾿Αλεξανδρείας ὁμιλίας γιά τή Γέννηση τοῦ Κυρίου κατά τό αἰγυπτιακό ἔτος 29 καί μήνα Χοιάκ, πού ἀντιστοιχεῖ στίς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 432(77). Συνεπῶς τό 432 εἶχε ἤδη εἰσαχθεῖ στήν ᾿Αλεξάνδρεια ὁ ἑορτασμός τῆς 25ης Δεκεμβρίου.
῾Η παλαιά συνήθεια τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων Θεοφανείων διατηρήθηκε γιά περισσότερο χρονικό διάστημα στήν ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων. ῾Ο Βασίλειος Σελευκείας σέ ὁμιλία του κατά τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἀναφέρει ὅτι τόν ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων στίς 25 Δεκεμβρίου στά ῾Ιεροσόλυμα εἰσήγαγε ὁ σύγχρονός του πατριάρχης ῾Ιεροσολύμων ᾿Ιουβενάλιος (425458), τόν ὁποῖο μάλιστα ἐπαινεῖ γιά τήν πρωτοβουλία του αὐτή(78). Φαίνεται ὅτι ὁ ᾿Ιουβενάλιος ἀναγκάσθηκε νά ἀκολουθήσει τό παράδειγμα τῶν ἄλλων ᾿Εκκλησιῶν ὡς πρός τήν ἀλλαγή τῆς ἡμερομηνίας τοῦ πανηγυρισμοῦ τῶν Χριστουγέννων, λόγω τῆς δυσκολίας πού ἀντιμετώπιζαν στή λιτανεία τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ Γεννήσεως καί Θεοφανείων. Ἡ παράδοση τοῦ ῾Ιεροσολυμιτικοῦ τυπικοῦ ἀπαιτοῦσε κατά τίς πανηγύρεις τήν τέλεση λιτανειῶν στούς τόπους ὅπου συνέβησαν τά ἑορταζόμενα γεγονότα. Κατά τόν κοινό ἑορτασμό τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου ἦταν πολύ δύσκολο νά τελεσθοῦν λιτανεῖες ταυτόχρονα στή Βηθλεέμ καί στόν ᾿Ιορδάνη, λόγω τῆς ἀποστάσεως τους ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Φαίνεται λοιπόν ὅτι λόγω αὐτῆς τῆς δυσκολίας παραλειπόταν ἡ λιτανεία στόν ᾿Ιορδάνη καί προφανῶς γι᾿ αὐτό τό ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας γιά τή κοινή ἑορτή Γεννήσεως–Θεοφανείων τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου τίποτε δέν ἀναφέρει γιά λιτανεία στόν ᾿Ιορδάνη, ἐνῶ περιγράφει λεπτομερῶς τή λιτανεία πού ἐτελεῖτο στή Βηθλεέμ(79). Τόν ΣΤ΄ ὅμως αἰώνα ἔχουμε μαρτυρία τοῦ Γρηγορίου Τουρώνης (†543) γιά τέλεση λιτανείας στόν ᾿Ιορδάνη κατά τήν πανήγυρη τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου(80).
῾Η καθιέρωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 25ης Δεκεμβρίου ἀπό τόν ᾿Ιουβενάλιο φαίνεται ὅτι ἦταν προσωρινή, ἄν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψη δύο μεταγενέστερες μαρτυρίες. ῾Ο Κοσμᾶς ᾿Ινδικοπλεύστης γύρω στό 530 ἀναφέρει ὅτι ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐνῶ παντοῦ ἑορταζόταν στίς 25 Δεκεμβρίου, στά ῾Ιεροσόλυμα ἑορταζόταν μαζί μέ τά Θεοφάνεια(81). ᾿Επίσης σέ κάποια ὁμιλία του ὁ ᾿Αβράμιος ᾿Εφέσου λέγει ὅτι μόνο οἱ ῾Ιεροσολυμῖτες δέν συμφωνοῦσαν μέ τόν ἤδη τότε καθιερωθέντα ἀπό τίς ἄλλες ᾿Εκκλησίες ἑορτασμό τῆς 25ης Δεκεμβρίου(82). Πάντως κατά τήν ἐποχή τοῦ πατριάρχου ῾Ιεροσολύμων Σωφρονίου (634638), σύμφωνα μέ μαρτυρία του, ἡ ἑορτή ἔχει πλέον καθιερωθεῖ ὁριστικά στά ῾Ιεροσόλυμα(83).
Στήν Κύπρο περί τά τέλη τοῦ Δ΄ αἰώνα τά Χριστούγεννα ἑορτάζονταν ἀκόμη, κατά τήν παλαιά συνήθεια, ξεχωριστά. ῾Ο ᾿Επιφάνιος Σαλαμῖνος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἑορταζόταν τό Νοέμβριο καί ἡ Γέννηση στίς 6 ᾿Ιανουαρίου(84)· ταύτιζε δέ τά ᾿Επιφάνεια μέ τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ(85).
᾿Επί πλέον θα πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων ἐμφανίσθηκαν στήν ᾿Εκκλησία μετά τίς ἑορτές τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς. Στή διάταξη τῶν αὐτοκρατόρων Οὐαλεντινιανοῦ, Οὐάλεντος καί Γρατιανοῦ τοῡ ἔτους 380 πού καθορίζει τίς ἑορτάσιμες ἡμέρες ἀργίας τῶν δικαστηρίων, βλέπουμε ὅτι δέν περιλαμβάνονται οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων(86). Μόλις τό ἔτος 389 σέ νόμο τῶν αὐτοκρατόρων Οὐαλεντινιανοῦ, Θεοδοσίου καί Ἀρκαδίου ἀναφέρονται τά Χριστούγεννα ὡς ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἀπαγορεύονταν οἱ θεατρικές παραστάσεις(87).
᾿Από τά παραπάνω συνάγεται ὅτι στήν ᾿Ανατολή ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσήχθη ἀπό τά τέλη τοῦ Δ΄ (περί τό 380) μέχρι τά μέσα τοῦ Ε΄ αἰώνα, ἐνῶ παρέμεινε νά ἑορτάζεται στίς 6 ᾿Ιανουαρίου ἡ Bάπτιση τοῦ Κυρίου· μόνον οἱ ᾿Αρμένιοι ἔμειναν πιστοί στόν κοινό ἑορτασμό Γεννήσεως καί Θεοφανείων στίς 6 ᾿Ιανουαρίου(88).2. Τά ὀνόματά τους
Οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων μᾶς ἔχουν παραδοθεῖ μέ πολλές ὀνομασίες, τίς ὁποῖες συναντoῦμε κυρίως στά ἔργα τῶν Καππαδοκῶν πατέρων. Οἱ κυριότερες εἶναι «ἡ γενέθλιος ἡμέρα», «τά Θεοφάνεια», «τά ᾿Επιφάνεια» καί «τά Φῶτα»(89).
Οἱ ἐκφράσεις γενέθλιος ἡμέρα ἤ τά γενέθλια ἀπό τούς ἀρχαίους χρόνους εἶχαν τήν ἔννοια ἑνός ἐπετειακοῦ ἑορτασμοῦ κάποιου γεγονότος, ὅπως τῆς γεννήσεως ἑνός προσώπου ἤ τά ἐγκαίνια κάποιου ἱεροῦ κτηρίου συνήθως ἱεροῦ ναοῦ, ἤ γενικά κάποια ἐπέτειο πού ἔχει σχέση μέ μιά ἱερή φανέρωση καί ὡς ἐκ τούτου λάμβανε θρησκευτική χροιά(90). ῾Ο μέγας Βασίλειος μιλώντας γιά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ τήν ὀνομάζει «γενέθλιον ἡμέραν»(91) καί ὁ ᾿Αστέριος ᾿Αμασείας ἀναφερόμενος στήν ἴδια ἑορτή λέγει «γενέθλιον ἑορτάζομεν»(92). ῾Ο Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιά νά δηλώσει τήν ἡμέρα τῆς φανερώσεως τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους «διά γεννήσεως», χρησιμοποιεῖ τή λέξη γενέθλια ὡς ὅρο τεχνικό: «ἡ πανήγυρις εἴτουν Γενέθλια... ἐφάνη γάρ Θεός ἀνθρώποις διά γεννήσεως»(93). ᾿Εδῶ βλέπουμε ὅτι ὁ Γρηγόριος, χρησιμοποιώντας τή συγκεκριμένη λέξη ὡς νεοεισαχθείσα ὀνομασία γιά τή συγκεκριμένη ἑορτή, αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά τήν ἐξηγήσει, προφανῶς γιά νά μπορέσει νά καθιερωθεῖ στό λειτουργικό λεξιλόγιο, πράγμα πού ὅπως φαίνεται συνέβη πολύ σύντομα, ἀφοῦ ὁ ᾿Αμφιλόχιος Ἰκονίου χρησιμοποιεῖ τήν ἴδια ὀνομασία χωρίς ἰδιαίτερη ἐξήγηση: «῾Η σήμερον τῶν ἁγίων Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν γενεθλίων ἐστίν ἑορτή»(94).
῾Η λέξη Θεοφάνεια χρησιμοποιεῖτο ἤδη στίς ἑλληνιστικές λατρεῖες, ἰδιαίτερα τοῦ Διονύσου καί τοῦ ᾿Ασκληπιοῦ, μέ τήν ἔννοια κάποιας θεϊκῆς φανερώσεως(95). Οἱ χριστιανοί τοῦ δ΄ αἰώνα θεωροῦσαν ὡς θεοφάνεια τά εὐαγγελικά γεγονότα, τίς πράξεις τῶν μαρτύρων πού συναντοῦμαι στά μαρτυρολόγια καί γενικότερα τή φανέρωση τῆς θεότητας στούς ἀνθρώπους(96), ὅπως γιά παράδειγμα τή θεία φανέρωση στό Μωυσῆ ἐπάνω στό ὄρος Σινᾶ(97), ἤ στόν Παῦλο κατά τήν πορεία του πρός τή Δαμασκό(98), ἀλλά πρό πάντων τήν ᾿Ενανθρώπηση τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ.
᾿Από τούς Καππαδόκες πατέρες ὁ Μέγας Βασίλειος δίνει μέ μεγαλύτερη σαφήνεια την ὀνομασία Θεοφάνεια στή ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐξηγώντας ταυτόχρονα καί τή σημασία τοῦ περιεχομένου της: «ὄνομα θώμεθα τῇ ἑορτῇ ἡμῶν θεοφάνεια· ἑορτάσωμεν τά σωτήρια τοῦ κόσμου, τήν γενέθλιον ἡμέραν τῆς ἀνθρωπότητος. Σήμερον ἐλύθη ἡ καταδίκη τοῦ ᾿Αδάμ»(99). ῾Η φράση ὅμως πού ὁ ἱερός πατήρ χρησιμοποιεῖ, «τῇ ἑορτῇ ἡμῶν», δέν μᾶς βοηθᾶ νά ἀντιληφθοῦμε ἄν μέ τή λέξη Θεοφάνεια χαρακτηρίζει τήν πανήγυρη τῆς 25ης Δεκεμβρίου ἤ τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου.
῾Ο Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπίσης μέ τήν ἴδια σαφήνεια ἐξηγεῖ τό περιεχόμενο τῆς λέξεως θεοφάνεια γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, πού ἑορταζόταν ὅμως στίς 25 Δεκεμβρίου: «Τά δέ νῦν Θεοφάνεια ἡ πανήγυρις... ᾿Εφάνη γάρ Θεός ἀνθρώποις διά γεννήσεως· τό μέν ὤν, καί ἀεί ὤν ἐκ τοῦ ἀεί ὄντος, ὑπέρ αἰτίαν καί λόγον... τό δέ, δι’ ἡμᾶς γενόμενος ὕστερον, ἵν᾿ ὁ τό εἶναι δούς, καί τό εὖ εἶναι χαρίσηται... ῎Ονομα δέ τῷ φανῆναι, Θεοφάνεια»(100). ᾿Αλλά καί ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας πολύ νωρίτερα μιλώντας γιά τό σπήλαιο τῆς Γεννήσεως ἀναφέρει «τῷ τῆς πρώτης θεοφανείας ἄντρῳ»(101).
῾Ο ἱερός Χρυσόστομος σέ ἀντίθεση πρός τούς Καππαδόκες ἀποφεύγει νά ὀνομάσει τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων Θεοφάνεια, ἀλλά χαρακτηρίζει Θεοφάνεια τήν ἑορτή τῆς Βαπτίσεως, τήν ὁποία θεωρεῖ ἐξαρτώμενη ἀπό τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως: «῾Η κατά σάρκα τοῦ Χριστοῦ γέννησις. ᾿Από γάρ ταύτης τά Θεοφάνεια καί τό Πάσχα τό ἱερόν καί ἡ ᾿Ανάληψις καί ἡ Πεντηκοστή τήν ἀρχήν καί τήν ὑπόθεσιν ἔλαβον. Εἰ γάρ μή ἐτέχθη κατά σάρκα ὁ Χριστός, οὐκ ἄν ἐβαπτίσθη, ὅπερ ἐστί τά θεοφάνεια»(102).
῾Η ὀνομασία τά ᾿Επιφάνεια σημαίνει γενικῶς κάποια ἐμφάνιση, φανέρωση. Στήν Παλαιά Διαθήκη συναντοῦμε τή λέξη αὐτή μέ τήν ἔννοια τῆς ἐμφάνισης τοῦ Θεοῦ καί τῆς θαυμαστῆς ἐπέμβασής του στόν κόσμο(103). Στήν Καινή Διαθήκη σημαίνει εἴτε τή φανέρωση τοῦ Κυρίου, εἴτε τήν παρουσία του(104). Κατά τόν Δ΄ αἰώνα ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας λέγοντας «τῆς ἐνσάρκου τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐπιφανείας» ὑποδηλώνει τήν ᾿Ενανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ(105). Oἱ Καππαδόκες χρησιμοποιοῦν διαφόρους τύπους τῆς λέξεως, εἴτε μέ τή γενική ἔννοια εἴτε μέ τή συγκεκριμένη τῶν θείων ἐμφανίσεων ἤ φανερώσεων. ῾Ο Γρηγόριος Νύσσης κάνει συχνή χρήση τοῦ ρήματος «ἐπιφαίνομαι» μέ τήν ἔννοια τῆς ἐπί γῆς θείας ἐπιφανεί ας(106), ὁ δέ ᾿Αστέριος ᾿Αμασείας ἀναφέρει ὅτι «ὁ θεός ἐπεφάνη τῷ καρτερῷ...»(107). ῾Ο Μέγας Βασίλειος γιά τή Γέννηση τ
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Σύνδεσμος Κληρικών Χίου" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
