
Περπατάς στη διάρκεια της μέρας,
κι ολοένα βαραίνει ο ίσκιος σου.
Γκρίζες ώρες κυλούν απαθέστατα
κι η άνοιξη μέσα σου πικραίνεται.
Οι λυγμοί σου,
ένα ποτάμι κουρασμένο,
που πλανιέται τη νύχτα αργά
και πίνει τον ύπνο σου
κι έπειτα λησμονιέται βουλιάζοντας στο κενό.
Στην πολυθόρυβη σιωπή της θλίψης λιώνεις…
Ακίνητη στη ρευστότητά σου…
Παρούσα στην απουσία σου…
«Τελικά είχες δίκιο...
Δεν υπάρχουν καλοί άνθρωποι» λες.
Ξέχασες όμως
τους καλούς
που απ’ τη ζωή σου πέρασαν.
Ο τροχός παίρνει την άλλη του στροφή
και τα ζεματιστά σου δάκρυά,
που κοιμούνται σε μια σελίδα άσπρο φως,
γίνονται φτερά
κι ύστερα μεγαλώνουν σαν άγγελοι.
Ο ήλιος του μεσημεριού σε λούζει
κι ιχνηλατεί ψηλαφιστά το πρόσωπό σου.
Είναι γαλήνη μυστική
και σε καλεί
φτερώνοντας αισθήματα κρυμμένα.
Γύρισε το κλειδί στην πόρτα.
Άνοιξε
και περιπλανήσου…
Περισσότερα... »

