
Μια περίεργη δοξασία των Ψαρών λέει, πως φίδι δεν εφάνικε ποτέ στα Ψαρά και πως, όποιος πάρει χώμα απ' το φιδόλακο και ραντίσει μ' αυτό τόπο που έχει φίδια, εκείνα φεύγουν.Πολλοί έφεραν φίδια στα Ψαρά μ' αυτά σαν πάτησαν στο χώμα το Ψαριανό ψόφησαν. Πολλές φήμες υπάρχουν γι' αυτό, εξήγηση καμία, κι πιο παράξενη απ' αυτές το παρακάτω παραμύθι:...
Απόσπασμα από το βιβλίο του Νικου Γιαλούρη ”Ψαρρά η κούνια της φώτιας ” Χίος -1988.
”Μια φορά κι ένα καιρό γέμισαν τα Ψαρά φίδια και κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε τούτη η κατάρα. Ο κόσμος έφυγε απ' το νησί και πήγε στ' Αντίψαρα, ως να περάσει το κακό. Οι όφιδες γεμίσανε το νησί. Μικροί, μεγάλοι, κόκκινοι, πράσινοι, άλλοι με τρογοκεφαλές κι άλλοι με ψοροκεφελές. Ήτανε και ένας χρυσός, με μεγάλα κέρατα μα και κολοβός κι άλλοι τον ετρέμανε. Πήρανε τα σπίτια, τα ζά, τα καλά και τ' αγαθά των ψαριανών.Κι ούτε λέγαν να φύγουν. Ήταν και μιά γριά πανηρή, που δεν το ‘βαζε κάτω. Ήθελε σώνι και καλά να μάθει τι ήταν όλα αυτά τα φίδια. Μια αυγή λέει της κόρης της: "Εγώ θα πάω στα Ψαρά να πάρω κάτι χρυσά που ΄χω κρυμμένα σε μια μπουρνιά." Και παίρνει, λοιπόν, την βάρκα και πάει. Ήταν ακόμα σκοτεινά κι ακούει η γριά τα φίδια να μαλώνουν για το ποιός θα φάει τα πιο πολλά.Πάει και στο σπίτι της και τι να δει! Έναν οξαποδώ ίσα με το ταβάνι να κάθεται στον καλό της τον καναπέ και να μετρά φλουριά. Δίπλα του κάθονταν μια οξαποδίνα. Κρύβεται κι ακούει: "Όποιου του βαστά ας έρθει να παλέψουμε. Τώρα που ΄χω τα Ψαρά παλάτι κι έχω και φλουρί, τύφλα να ΄χει η κόλαση." Του απαντά όμως η οξαποδίνα: "Μη λες μεγάλα λόγια, δεν, τους ξέρεις καλά τους Ψαριανούς! Άμα μάθουν πως οι όφιδες είναι οξαποδοί, θ΄ αρχίσουνε τα ξόρκια και τότε να σε δω." Θυμώνει ο οξαποδός και της δίνει μια απ' πάνω στο κεφάλι.Μα εκείνη το δικό της. "Αχ! άντρα μου άφησε τους έρημους τους Ψαριανούς ήσυχους να γυρίσουν στα σπίτια τους. Που ξανακούστηκε ο οξαποδός να πίνει Ψαριανό κρασί και να τρώει για μεζέ κοπανιστή; Άμα το μάθουνε αυτό οι Γερο-Βελζεβούληδες θα σε καταραστούνε.". Και εκείνος απαντά: "Ούρια είσαι μωρέ γυναίκα, εμένα δεν βρέθηκε άνθρωπος να με γελάσει ως τώρα! Μόνο τον παπά-Νικόλα φοβάμε γιατί σα ξημερώσει και γίνω πάλι ο όφις ο κολοβός μπορεί να με πιάσει και να με ποτίσει Αγία Κοινωνία, και τότε θα με φάει το ΄΄πύρ το εξώτερο΄΄ και τότε δεν θα ξαναπατήσει φίδι στα Ψαρά." Ακούει αυτά η γριά και παίρνει ένα δρόμο και πάει στα Αντίψαρα και τα λέει με το νι και με το σίγμα στον παπά-Νικόλα. Λέει και ο παπάς: " Έννοια σου και θα τον κανονίσω τον κερατά." Παίρνει μια βάρκα και βγαίνει στα Ψαρά. Τον παίρνουν από πίσω οι όφιδες ,μα εκείνος εβάστα ένα σταυρό και τους χτυπούσε στα κεφάλια. Νάσου και ο Κολοβός και του λέει: '' Παπά, τούτος ο τόπος είναι δικός μου .Πάρε ό,τι θα πάρεις και άμε στο καλό." Ο παπάς κάνει τον ανήξερο και του λέει: "Αφέντη Κολοβέ έχω ένα βαρελάκι κρασί για κοινωνία θαμμένο στην Αγιά Κιουρά κι ήρθα να το πάρω γιατί ψυχομαχά ένας χωριανός και είναι κρίμα να πάει ακοινώνητος." Και ‘κεινος απαντά: "Αν είναι έτσι δώσ’ μου το μισό και παρ΄ το. "Πάνε στην εκκλησιά και βάζει ο παπάς στο δισκοπότηρο κρασί και το δίνει στον Κολοβό μα πριν προλάβει και το πιει τον αρπάζει τον ρίχνει σε ένα λάκκο μπροστά απ΄ την εκκλησιά και τον καταριέται. Κι από τότε δεν ξαναπάτησε φίδι στα Ψαρά.”
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Odysseas from Chios" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
